Κυριακή 26 Απριλίου 2009

ναρκη θαλάσσης μαρια

Χρήση ναρκών θαλάσσης

Θαλάσσια νάρκη με μηχανισμό αγκύρωσης

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρώτη χρήση ναρκών θαλάσσης έγινε στον πόλεμο Ανεξαρτησίας των Αμερικανών. Η δράση δε αυτών διαφαίνεται χαρακτηριστικά από το γεγονός ότι κανένα πλοίο των εμπλεκομένων δεν βυθίστηκε από πυρά επιφανείας σε αντίθεση με τα τριάντα που βυθίστηκαν από τις πρωτογενείς εκείνες νάρκες του Μπούσνελ. Μερικές δε εξ αυτών ήταν μεταλλικές φιάλες μπύρας με χημικούς πυροσωλήνες, άλλες ήταν βυτία με μεταλλικούς κώνους γεμάτοι πυρίτιδα στο κάτω μέρος ενώ τα στόμια φράζονταν με μεταλλικά καλύμματα. Τότε η πόντισή τους δεν ακολουθούσε σχέδιο αφού ήταν όλες στην επιφάνεια. Αργότερα όταν πλέον οι νάρκες αποτελούσαν υποβρύχιες κατασκευές η πόντισή τους ακολουθούσε ιδιαίτερο σχέδιο ενώ ο χώρος της πόντισής τους λάμβανε πλέον την ονομασία θαλάσσιο ναρκοπέδιο. Σημαντικότατο τέτοιο ναρκοπέδιο στις αρχές της ιστορίας των ναρκών, άξιο ιδιαίτερης μνείας ήταν το ναρκοπέδιο Μόμπιλ (Mobile), προ του ομώνυμου Φρουρίου.

Επίσης νάρκες πρόσκρουσης χρησιμοποίησε και η Παραγουάη το 1808 στον πόλεμο εναντίον της Βραζιλίας όπου και βυθίστηκε το μεγάλο θωρηκτό της δεύτερης το "Ρίο ντε Τζανέιρο". Στον Γαλλο-Γερμανικό πόλεμο του 1870-1871 οι Γερμανοί εμπόδισαν το γαλλικό στόλο να προσεγγίσει στους λιμένες τους με χρησιμοποίηση ναρκών που πυροδοτούνταν με ηλεκτρικό καλώδιο από τη ξηρά. Έτσι η νάρκη μέχρι τον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο χαρακτηρίζονταν αμυντικό όπλο, όταν τον Μάιο του 1877 μια μικρή ομάδα Ρώσων δυτών κατερχόμενοι τον Κάτω Δούναβη έθεσαν στη τρόπιδα του οθωμανικού πολεμικού πλοίου Dar Matoin ηλεκτρική νάρκη με συνέπεια την ανατίναξη του πλοίου και την αύτανδρη βύθισή του. Αν και αυτό υπήρξε τελικά μεμονωμένο περιστατικό στον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο (1904-1905) οι Ρώσοι περιορίστηκαν στην ανέπτυξη μεγάλου αμυντικού θαλάσσιου ναρκοπεδίου προ του λιμένος Πορτ Άρθουρ, όταν ανατινάχθηκε το ρωσικό ναρκοβόλο Yenissei.

Σημειώνεται όμως πως 5 χρόνια πριν ένας νεαρός αξιωματικός του Ιταλικού Βασιλικού Ναυτικού εφηύρε μία επιθετική νάρκη προοριζόμενη για πόντιση έξωθι εχθρικών λιμένων, την οποία και επέδειξε σε ναυτικά γυμνάσια. Στην πραγματικότητα ήταν μια ίδια νάρκη της εποχής, απλά με μεγαλύτερο σύρμα αγκύρωσης. Η πρωτοτυπία της όμως ήταν στην επαναστατική χρήση της .που ποντιζόταν ως επιθετική σε γραμμές εξωτερικά των αμυντικών ναρκών των λιμένων, με συνέπεια όσα πλοία υπήρχαν μέσα στους λιμένες προ των οποίων ποντίζονταν αυτές να εγκλωβίζονται σ΄ αυτούς και η έξοδός τους να καθίσταται επικίνδυνη. Πολύ πιθανόν και στον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο οι Ιάπωνες να εφάρμοσαν την ίδια ιδέα ποντίζοντας επιθετικές νάρκες στο Πορτ Άρθουρ και στη συνέχεια μικρή μοίρα ιαπωνικών πολεμικών προκαλώντας την έξοδο του ρωσικού στόλου η ανυποψίαστη ναυαρχίδα Πετροπαυλόφσκ στην οποία και επέβαινε ο ναύαρχος Μακάρωφ επέπεσε σε διπλή επιθετική νάρκη με συνέπεια να βυθιστεί μέσα σε 3 μόλις λεπτά.

Αυτό ήταν και το πρώτο πλοίο στη παγκόσμια ναυτική ιστορία που βυθίστηκε από επιθετικό ναρκοπέδιο. Στη συνέχεια οι Ρώσοι εξαπέλυσαν μια γενική πόντιση ναρκών ανοικτής θάλασσας από την οποία οι Ιάπωνες έχασαν δύο μεγάλα και ισχυρά θωρηκτά μέσα σε μια μέρα. Τελικά σ΄ εκείνες τις επιχειρήσεις και από τις δυο παρατάξεις χάθηκαν συνολικά από νάρκες: 2 θωρηκτά, 3 καταδρομικά, 3 κανονιοφόροι και 6 αντιτορπιλικά και τορπιλοβόλα, ενώ ακόμη 3 θωρηκτά, 4 καταδρομικά και 7 αντιτορπιλικά υπέστησαν σοβαρές ζημίες.
Τα απροσδόκητα αυτά αποτελέσματα προκάλεσαν πράγματι μεγάλη εντύπωση στις ναυτικές διοικήσεις σε παγκόσμια κλίμακα αν συνυπολογισθεί αφενός ότι οι καταστροφές σε σχέση με το χρησιμοποιούμενο για το σκοπό αυτό προσωπικό ήταν πολύ σημαντικές και αφετέρου ότι η γόμωση εκείνων των ναρκών δεν ήταν ισχυρότερη από εκείνη των τορπιλών (περίπου 40 κιλά) που δεν επέφεραν τέτοια καταστροφικά αποτελέσματα. Ακόμη και στον Ισπανο-Αμερικανικό πόλεμο το 1898 οι νάρκες χρησιμοποιήθηκαν ως επιθετικό όπλο.

Έτσι οι Γερμανοί έχοντας αυτά ως διδάγματα και διαβλέποντας την σημαντικότητα της θαλάσσιας νάρκης άρχισαν την μαζική παραγωγή ναρκών θεωρώντας τις ως ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό επιθετικό όπλο, καταστρώνοντας παράλληλα σχέδια εκτεταμένης εφαρμογής ναρκοπεδίων σε περίπτωση ενός μεγάλου πολέμου.
Αντίθετα για το βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό παρόλο ότι οι νάρκες είχαν εισαχθεί από το 1863 έμεινε πολύ βραδυκίνητο στους εξοπλισμού του βασιζόμενο στη Διάσκεψη της Χάγης που καθόριζε ότι οι νάρκες μπορούν να ποντίζονται μόνο σε εχθρικά χωρικά ύδατα, μη αντιλαμβανόμενο τη σπουδαιότητα του κινδύνου πόντισης ναρκών εις βάρος της από εχθρό. Διατηρούσε την πεποίθηση πως ναυτικές περίπολοι θ΄ απέτρεπαν οποιοδήποτε εχθρικό ναρκοβόλο να πλησιάσει τις ακτές. Κανείς όμως δεν είχε φανταστεί πως νάρκες θα πόντιζαν πλέον και τα υποβρύχια


[Επεξεργασία] Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Γερμανική νάρκη του Α' Π.Π.

Όπως είναι φυσικό με την εξέλιξη που παρουσίασε η νάρκη τα καταστροφικά αποτελέσματα της χρήσης της κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν πολύ περισσότερα από τις προηγούμενες ναυτικές επιχειρήσεις. Υπολογίζεται πως στο πόλεμο αυτό ποντίσθηκαν περίπου 240.000 νάρκες εκ των οποίων 172.000 από τους Αγγλο-Αμερικανούς, στη Βόρειο θάλασσα και στο στενό της Μάγχης, 12.300 από τους Ιταλούς, κυρίως στην Αδριατική, και 50.000 από τους Γερμανο-Αυστριακούς, σε διάφορες θάλασσες όπως και στα Δαρδανέλια.

Από τις γερμανικές νάρκες, με εξαίρεση κάποια αλιευτικά, απωλέσθηκαν 586 συμμαχικά εμπορικά πλοία ή ουδέτερα, συνολικής χωρητικότητας 1.112.000 τόνων, που αντιστοιχεί στο 8% των ολικών απωλειών της εμπορικής ναυτιλίας κατά τον πόλεμο.
Άξιο παρατήρησης είναι ότι οι 13.000 νάρκες που ποντίσθηκαν το 1917 προκάλεσαν την απώλεια 194 πλοίων 400.000 τόνων, ενώ οι 11.600 νάρκες που ποντίσθηκαν τον αμέσως επόμενο χρόνο, το 1918, κατέστρεψαν μόνο 47 πλοία, 57.000 τόνων. Η άνιση αυτή εικόνα έκδηλα φανερώνει την εξ αντιθέτου βελτίωση και ανάπτυξη μεθόδων ναρκαλιείας, καταστροφής ή και γρήγορου εντοπισμού των θαλάσσιων ναρκοπεδίων, με συνέπεια τη μείωση της καταστροφής των εμπορικών πλοίων.

Την περίοδο αυτή το Βρετανικό Ναυτικό, εξ αιτίας των ναρκών, απώλεσε 5 θωρηκτά, 3 καταδρομικά, 20 αντιτορπιλικά, 4 υποβρύχια και περισσότερα από 200 ναρκαλιευτικά και άλλα βοηθητικά σκάφη. Οι δε Γάλλοι από τον ίδιο λόγο απώλεσαν 1 θωρηκτό, 1 καταδρομικό, 7 αντιτορπιλικά, 1 υποβρύχιο και 27 περιπολικά. Οι δε Γερμανοί από το σύνολο των 178 απολεσθέντων υποβρυχίων τους τα 43 καταστράφηκαν από νάρκες.

[Επεξεργασία] Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

[Επεξεργασία] Τύποι ναρκών θαλάσσης

Σημειώνεται πως μέχρι το 1870 που εμφανίσθηκε η αυτοκίνητη τορπίλη Whitehead, αλλά και για αρκετές ναυτικές δυνάμεις Χωρών, μέχρι σχεδόν τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον όρο τορπίλη , που πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Ρόμπερτ Φούλτον για υποβρύχιες γομώσεις, ονομάζονταν όλα τα πάσης φύσεως υποβρύχια εκρηκτικά μηχανήματα. Έτσι από τότε και μέχρι το 1916 η χρησιμοποίηση του όρου τορπίλη περιορίστηκε μόνο για τις αυτοκίνητες, οι δε επίθετικές νάρκες ονομάζονταν "τορπίλες αποκλεισμού" και οι αμυντικές ως απλές θαλάσσιες ή υποβρύχιες νάρκες, κατά τη σημερινή έννοια.

Στην αρχή οι νάρκες ήταν βαρέλια, περίεργα δοχεία με εκρηκτική ύλη, που άλλοτε επέπλεαν και άλλοτε κρέμονταν από πλωτήρες. Στους πολέμους 1904-1905 και 1914-1918 οι νάρκες έφεραν αγκύριο, δηλαδή το σημείο πόντισής τους ήταν και η θέση αγκυροβολίας τους, που είναι μέχρι σήμερα ο κοινός τύπος ναρκών. Η νάρκη του τύπου αυτού αποτελείται από δύο τμήματα, το κάτω που φέρει το αγκύριο και το τύμπανο εκτύλισης του σύρματος, (εξέλικτρο), και το πάνω μέρος, τον σφαιρικό πλωτήρα, που έφερε εντός την εκρηκτική ύλη, (περίπου 200 κιλά στον Α' Π.Π., και 400 κιλά στον Β' Π.Π.), και τους πυροκροτητές, ή μηχανισμό πυροδότησης.

  1. Νάρκες μετ΄ αγκυρίου Λέγονται οι θαλάσσιες νάρκες που φέρουν μικρή άγκυρα και συνεπώς μετά την πόντισή τους παραμένουν αγκυροβολημένες. Η υπεροχή των γερμανικών έναντι των αγγλικών ήταν μόνο στο ότι μπορούσαν να ποντισθούν σε μεγαλύτερα βάθη. Επίσης οι αγγλικές μετά την πόντισή τους αρχικά επέπλεαν και στη συνέχεια βυθίζονταν στο προβλεπόμενο βάθος, ενώ αντίθετα οι γερμανικές έφθαναν στο βυθό και από εκεί αναδύονταν στο επιθυμητό βάθος από την επιφάνεια της θάλασσας. Ο τύπος αυτός είναι ο συνηθέστερος μέχρι σήμερα.
  2. Νάρκες κεραίας (κρουστικές) Λέγονται οι νάρκες, αμερικανικής επινόησης του 1918, που εκτός από το αγκύριο φέρουν συρμάτινη κεραία στη πρόσκουση επι της οποίας ακολουθεί έκρηξη. Αυτές υπήρξαν πολύ επικίνδυνες ακόμη και για τα πλοία που τις πόντιζαν λόγω της ευπάθειας της κεραίας τους. Πολλές ανατινάξεις έγιναν κατά την πόντισή τους και γι΄ αυτό και τις καθαιρούσαν αργά.
  3. Νάρκες ηλεκτρικές Λέγονται εκείνες που ποντίζονται πλησίον των ακτών, προ εγκαταστάσεων στρατηγικού ενδιαφέροντος και πυροδοτούνται με καλώδιο από τη ξηρά.
  4. Νάρκες βυθού Λέγονται εκείνες που ποντιζόμενες φθάνουν στο βυθό και στη συνέχεια ανέρχονται στο επιθυμητό βάθος από την επιφάνεια της θαλάσσης.
  5. Νάρκες μαγνητικές Λεγονται εκείνες των οποίων ο πυροδοτικός μηχανισμός ενεργοποιείται εκ του μαγνητικού πεδίου της παραπλέουσας μεταλλικής μάζας (εχθρικού πλοίου), μέχρι ορισμένη απόσταση.
  6. Νάρκες ελεύθερες Λέγονται οι νάρκες που ποντίζονται στο ανοικτό πέλαγος κυρίως σε φυσικούς διαύλους, άνευ σχεδίου εγκατάστασης, προς παρεμπόδιση εχθρικών ελιγμών. Επίσης με τον ίδιο όρο αποκαλούνται και οι νάρκες που έχουν αποσυνδεθεί από το αγκύριο και επιπλέουν στην επιφάνεια παρασυρόμενες. Αυτές καθίστανται λίαν επικίνδυνες και για τις φίλιες δυνάμεις.
  7. Νάρκες πιέσεως Λέγονται εκείνες των οποίων ο πυροδοτικός μηχανισμός ενεργοποιείται σε οποιαδήποτε μεταβολή της πίεσης του ύδατος εκ παραπλέοντος πλοίου.
  8. Νάρκες ακουστικές Λέγονται εκείνες των οποίων ο πυροδοτικός μηχανισμός τείθεται σε λειτουργία με τη λήψη ηχητικών κυμάτων παραπλέουσας έλικας ή εγγύτερα και εκ των μηχανών διερχόμενου πλοίου.

[Επεξεργασία] Περιγραφή - πυροδότηση

Γενικά η νάρκη είναι μηχάνημα απλής κατασκευής που αποτελείται από δύο κύρια μέρη τον πλωτήρα ή σημαντήρα και το υπ΄ αυτόν κιβωτιόσχημο αγκύριο.
Ο πλωτήρας είναι ελασμάτινος, σφαιρικού ή παρεμφερούς κυρτού σχήματος, και περιέχει:
α) τη γόμωση, εκρηκτικό μίγμα εκ τροτύλης,
β) την εναυσματοδόχη μετά του εμπυρίου και
γ) τον πυροδοτικό μηχανισμό που συνδέεται με τα εξωτερικά κεράτια.
Το βάρος πάντως ενός γεμισμένου πλωτήρα νάρκης είναι καθορισμένο έτσι ώστε να διατηρείται θετική πλευστότητα. Ο πλωτήρας συνδέεται με το αγκύριο ελεύθερα που αποκρικούται απ΄ αυτόν κατά τη πόντιση ενώ η συνοχή τους διατηρείται με συρματόσχοινο που συνδέει τα δύο μέρη. Το αγκύριο, είναι γενικά ορθογωνίου σχήματος και φέρει το τύμπανο όπου περιελίσσεται το συρματόσχοινο πρόσδεσης του πλωτήρα, με επαρκές ρυθμιζόμενο μήκος, ανάλογα του βάθους πόντισης. Εξωτερικά του αγκυρίου φέρεται η βολίδα νάρκης που αποσπάται από τη θέση της ΄κατά την πόντιση όπου με τη βοήθεια επιβραδυντικού μηχνισμού εντείνει μικρού μήκους αλυσίδα ρυθμιζόμενη ανάλογα του επιθυμητού υπό την επιφάνεια της θαλάσσης "βάθους επίπλευσης".

Με την πόντιση και απόσπαση της βολίδας ελευθερώνεται το τύμπανο και το συρματόσχοινο εκτυλίσσεται έτσι ώστε ο μεν πλωτήρας (με θετική πλευστότητα) ν΄ ανέρχεται στην επιφάνεια, το δε αγκύριο, πληρούμενο με νερό να κατέρχεται στον πυθμένα. Μόλις η βολίδα φθάσει στο βυθό παύει και να ενεργεί με το βάρος της στην ελευθέρωση του χαλινού (καστάνιας) του τυμπάνου όπου αμέσως κλείνει και σταματά η συνέχιση της εκτύλιξης του συρματοσχοίνου. Λόγω όμως του βάρους του το αγκύριο εξακολουθεί να κατέρχεται παρασύροντας έτσι σε βύθιση τον πλωτήρα σε βάθος όσο και το έκταμα της αλυσίδας που ρυθμίζεται συνήθως από 2 μέχρι 8 μέτρα ή και σε 20 μάχρι 80 μέτρα σε περίπτωση ανθυποβρυχιακών φραγμάτων εκ ναρκών.

Η πυροδότηση της νάρκης για την έκρηξη του μίγματος σήμερα γίνετα κατά κανόνα ηλεκτρικά, όπου επιτυγχάνεται η έκρηξη του εμπυρίου που μεταδίδεται στο έναυσμα και τη γόμωση. Η κοινή ή μηχανική νάρκη φέρει εξωτερικά στο θόλο κάθετα κεράτια από μόλυβδο με μεταλλική βάση που κοχλιώνονται σε ειδικές εγκαθίσεις που εσωτερικά φέρουν γυάλινους κλειστούς σωλήνες γεμάτους με οξύ (μίγμα θειικού οξέος και διχρωμικού καλίου) στη συνέχεια αυτών φέρονται εσωτερικά κυλινδρικά δοχεία που περιέχουν ηλεκτρικές στήλες από ψυδάργυρο και άνθρακα, οι οποίες και συνδέονται με καλώδια με τους ακροδέκτες του μηχανισμού πυροδότησης. Όταν ένα πλοίο επιπέσει σε κεράτιο νάρκης αυτό κάμπτεται και σπάει ο εσωτερικός σωλήνας οπότε το φερόμενο οξύ εκχύνεται στις στήλες και το παραγόμενο έτσι ηλεκτρικό ρεύμα διοχετεύεται δια των κλωδίων στον μηχανισμό πυροδότησης.

  • Γενικά ο μηχανισμός πυροδότησης συνδέεται με ασφαλιστική διάταξη η οποία και ν΄ αποκλείει τη λειτουργία του, συνεπώς την έκρηξη της νάρκης, όταν αυτή για οποιοδήποτε λόγο αποσπασθεί από το αγκύριο και επιπλέει έρμαιη. Πόσο όμως βέβαιος μπορεί να είναι κανείς στη θέα της αν πράγματι η εν λόγω διάταξη λειτουργεί καλώς και μάλιστα μετά από μακρύ χρόνο από κατασκευής;